προάστιο


προάστιο
Όνομα 4 οικισμών. 1. Hμιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ.), στην πρώην επαρχία Καλαμών, του νομού Μεσσηνίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (10 τ. χλμ.), στην οποία υπάγονται και οι οικισμοί Νέο Προάστιο (υψόμ. 20 μ.) και Λάκκος (υψόμ. 280 μ.). 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 630 μ.) στην πρώην επαρχία Εορδαίας, του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται στο εσωτερικό της πρώην επαρχίας και νοτιοανατολικά της Πτολεμαΐδας. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (11 τ. χλμ.), στην οποία ανήκει και άλλος ένας μικρότερος οικισμός, τα Παλιά Αμπέλια (υψόμ. 660 μ.). 3. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 140 μ.), στην πρώην επαρχία Έδεσσας, του νομού Πέλλης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Έδεσσας. 4. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ.) του νομού Καρδίτσας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (29 τ. χλμ.).
* * *
το / προάστιον, ΝΜΑ και προάστειον, ιων. τ. προαστήϊον, Α
τοποθεσία που βρίσκεται έξω ή κοντά στην πόλη («ἐς τὸ δημόσιον σῆμα, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῡ καλλίστου προαστίου τῆς πόλεως», Θουκ.)
νεοελλ.
1. οικισμός, δήμος ή κοινότητα που βρίσκεται αμέσως έξω από τα όρια μιας μεγάλης πόλης
2. «ζώνη προαστίων» — περιοχή που περιλαμβάνει τα προάστια μιας πόλης, περιοχή τής οποίας ο καθορισμός αποτελεί μέρος τής εργασίας σύνταξης τού σχεδίου πόλεως
αρχ.
1. οικία ή κτήμα έξω από την πόλη
2. ναός έξω από την πόλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού ουδ. τού επιθ. προάστιος*. Η γρφ. τής λ. με -ει- είναι εσφ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • προάστιο — [проастио] ουσ. о. пригород, предместье …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προάστιο — το οικισμός κοντά στην πόλη: Δυτικά προάστια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Νέο Προάστιο — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 20 μ.) στην πρώην επαρχία Καλαμών του νομού Μεσσηνίας …   Dictionary of Greek

  • Ακαδημία ή Ακαδήμεια — Προάστιο της αρχαίας Αθήνας, στον έξω Κεραμεικό, κοντά στην όχθη του Κηφισού στα νότια του Ιππίου Κολωνού (βλ. λ. Κολωνός). Το όνομά του το πήρε από τον πρώτο του οικιστή, τον ήρωα Ακάδημο (ή Εκάδημο). Η Α. ήταν ιερό άλσος, που το τείχισε τον 6ο… …   Dictionary of Greek

  • Μυτιλήνη — Πόλη (27.247 κάτ.) της Λέσβου, πρωτεύουσα του νομού Λέσβου. Είναι χτισμένη στην ανατολική πλευρά του νησιού και από το λιμάνι της εξυπηρετούνται αποκλειστικά σχεδόν όλοι οι οικισμοί της Λέσβου. Στο προάστιο της Κράτηγος βρίσκεται το αεροδρόμιο. Η …   Dictionary of Greek

  • Αμπιτζάν — (Abidjan).Πόλη (3.310.000 κάτ. το 2002) της Ακτής του Ελεφαντοστού, πρωτεύουσα του νότιου διαμερίσματος (14.200 τ. χλμ., 3.894.300 κάτ.) και πρώην πρωτεύουσα της χώρας. Δύο σημαντικά γεγονότα μετέτρεψαν το άλλοτε μικρό χωριουδάκι σε μια από τις… …   Dictionary of Greek

  • Δελχί — (ινδικά Dilli).Πόλη (9.817.439 κάτ. το 2001) της βόρειας Ινδίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης διοικητικής περιφέρειας (1.483 τ. χλμ., 13.782.976 κάτ. το 2001). Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού Γιαμούνα (Τζούμνα), ενός από τους μεγαλύτερους… …   Dictionary of Greek

  • Proastio, Patras — For other uses, see Proasteio. Proasteio Προάστιο Prefecture: Achaia Province: Patras City: Patras Section: North Distance from downt …   Wikipedia

  • προαστιακός — ή, ό, Ν [προάστιο] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο προάστιο …   Dictionary of Greek

  • Αλχανία — Αρχαία κωμόπολη της Κρήτης, προάστιο της Κυδωνίας. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το τοπωνύμιο Α. είναι προελληνικό και σχετίζεται με τη λατρεία του θεού Βαλχανού ή Βελχανού. Η ονομασία αυτή διατηρήθηκε από τους Άραβες, αντί της ονομασίας Κυδωνία, και… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.